Δευτέρα

Νέμο

Ω μικρό μου, γιατί

γιατί βγαίνω έξω και ψάχνω ακόμα τρόπους να σε έσωζα, οχτώ ώρες μετά αφού έπεσες μικρό μου
και γιατί αφήνω την μπαλκονόπορτα ανοιχτή για να επιστρέψεις;
Που είσαι και που χάθηκες και πως αποφάσισες ότι ήταν αδικία εκ μέρους της φύσης που δεν σου δώρισε φτερά; Τώρα πια και γω πιστεύω ότι ήταν λάθος που σου στέρησε ένα τέτοιο στολίδι, τόσο θα σου ταίριαζε μικρό μου μιας που όρια δεν γνώριζες ούτε σύνορα, ούτε κάγκελα, ούτε πόρτες, ούτε προστασία και υπερ-προστασία  παρά είχες μόνο αγάπη και περιέργεια αλόγιστη και ακόρεστη. Περιέργεια μικρό μου, που τόσο ζηλευτή θα ήταν ακόμα και από ανθρώπους. Ανθρώπους που προσπαθούν να φωνάξουν πως είναι ελεύθερα πνεύματα αλλά φωνή δεν τους βγαίνει. Πως να τους βγει άλλωστε; Πως και γιατί και με τι ερέθισμα ; Η φωνή θέλει ψυχή . Όμως εσύ είχες φωνή μικρό μου. Πιο ηχηρή από ανθρώπου, πιο αληθινή από όρκο, πιο πιστή από ενοχή. Οι εικόνες είναι χαραγμένες ακόμα κάτω από το δέρμα μου μικρό μου. Εσύ στην άσφαλτο και γω να βρίσκομαι ξαφνικά και να βουλιάζω στο κέντρο της γης και μια άλλη ψυχή να σπαράζει βουβά και εσύ να έχεις απομακρυνθεί ενώ είσαι εδώ. Να κρατάω το σώμα σου και να είναι άδειο και βαρύ. Μία στιγμή μπορεί να σημαδέψει χρόνια ολόκληρα περασμένα, πόσο πρέπει να μεγαλώσει κάποιος για να το συνειδητοποιήσει αυτό ;
Εγω κρυφά όμως μικρό μου θα περιμένω μικρό μου, να ζήσεις μαζί μου και άλλα, έστω μέσα από μένα και αν ήσουν άνθρωπος θα το έκλεινα με ένα σ'αγαπάω και να προσέχεις μα δεν είναι δράμα, είναι φόρος τιμής μικρό μου και επειδή είσαι πιο αγνό και ατόφιο πλάσμα, θα σου πω πως αν πόνεσες λίγο θα σκοτώσω τον πόνο και αν πόνεσα πολύ δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.

Όνειρα γλυκά μικρό μου, θα ζεις μέσα μου μικρό μου.

Σάββατο

" Μονο οι περιπατητικές σκέψεις έχουν αξία"

σκεπτόμενη τη μοίρα μιας γενιάς αποδιοπομπαίας
εμάς,να εδώ
και συλλογιζόμενη πως η γονική συναίνεση ζητήθηκε κατά εξακολούθηση
για την επίτευξη ονείρων και λοιπών στόχων άπιαστων
και απάντηση δεν λάβαμε ποτέ
διαπίστωσα μετά μεγάλης μου λύπης πως η δυσπιστία που μας διακρίνει
δεν είναι απρόκλητη
και είναι από τις λίγες φορές που προτιμότερο θα ταν να φανούμε άδικοι
και δύσπιστοι χωρίς κανένα προφανή λόγο
παρά να έχουμε τέτοια ποικιλία λαβών για αμφισβήτηση
πόσο το κάτι σταθερό μας έχει λείψει
και πως η απελπισία ονομάστηκε συνήθεια
μάθαμε να κοιτάμε επιδερμικά και χάσαμε την ουσία
γιατί να υπομένομε φτιαχτές πραγματικότητες,
να περιμένουμε μέσα στην παράνοια και να χρονοτριβούμε σκοπίμως;
γιατί δεν είχαμε το θάρρος να διεκδικήσουμε
έναν χάρτη να βρούμε μέρη στο κόσμο να κρυφτούμε
και μια γονική συναίνεση που ζητήθηκε κατά εξακολούθηση
και απάντηση δεν λάβαμε ποτέ




Δευτέρα



In the last quarter of the twentieth century much of the world sat on the edge of an increasingly expensive theater seat waiting for something momentous to occur.
Christian aficionados of the Second Coming scenario were convinced that, after two thousand years, the other shoe was about to drop. And five of the era’s best-known psychics predicted that Atlantis would soon reemerge from the depths.
To this last, Princess Leigh-Cheri responded, “There are three lost continents…we are one: the lovers.”
In whatever esteem on might hold Princess Leigh-Cheri’s thoughts, one must agree that the last quarter of the twentieth century was a severe period for lovers. It was a time when romantic relationships took on the character of ice in spring, stranding many little children on jagged and inhospitable floes.
Nobody quite knew what to make of the moon anymore.
Consider a certain night in August. The moon was so bloated it was about to tip over. For more than an hour, Leigh-Cheri stared into the sky. “Does the moon have a purpose?” She inquired. The same query put to the Remington SL3 elicited this response:
Albert Camus wrote that the only serious question is whether to kill yourself or not. Tom Robbins wrote that the only serious question is whether time has a beginning and an end. Camus clearly got up on the wrong side of bed, and Robbins must have forgotten to set the alarm.
There is only one serious question. And that is: Who knows how to make love stay? Answer me that and I will tell you whether or not to kill yourself. Answer me that and I will ease your mind about the beginning and end of time, Answer me that and I will reveal to you the purpose of the moon.

Κυριακή

Prince of a thousand enemies.


Black Rabbit of Inlé,Watership Down.


δε μου θυμίζουμε πολλά
εμείς που στεκόμασταν και κοιτάζαμε αποσβολωμένοι ένα χαμό απείρου κάλλους
και υμνούσαμε εκείνους τους φύλακες της γνώσης που στο όνομα της διάδοσής της
περνούσαν μέσα από φωτιές
και η σάρκα τους έλιωνε και οι σκιές τους διαλύονταν
όχι σαν τους άλλους,τους δειλούς,που τρέμαν μπρός στο ενδεχόμενο μερικής φθοράς τους,
που όχι να περάσουν μέσα από φωτιές ,αλλά ούτε ημιασφαλή μονοπάτια δέχονταν να διασχίσουν μην τυχόν και ξεβολευτόουν από θέσεις θεωρητικές που χτίζανε ψηλά, να αγναντεύουν
γιατί από κείνους ,μόνο το σώμα μπορούσε να ανυψωθεί
μιας και το πνεύμα το χαν καρφώσει στο έδαφος και ξεψυχούσε αργά και επώδυνα
και δε μου θυμίζουμε πολλά κυρίως γιατί τέτοια φαινόμενα εμείς τα καταριόμασταν 
και ευχόμασταν να μη τύχει σε κανέναν τέτοια τύφλωση
και προστατεύαμαι τους φίλους μας
και δε θέλαμε ούτε για εχθρό τέτοια πνευματική στασιμότητα.
Οι εχθροί, άλλωστε, πρέπει να ναι πάντα αντάξιοί σου.
Το χάος μας άρεσε από την άλλη , μας αφύπνιζε μια περιέργεια τρομερή 
και κατά μιαν έννοια το αγαπούσαμε και το αναζητούσαμε
γιατί  όλα  ξεκινάνε από  χάος και σε χάος  τελειώνουν
και βασικά,δεν μου θυμίζουμε πολλά γιατί τότε το χάος το ερευνούσαμε αποστασιοποιημένοι.
Τώρα το ζούμε μα δεν το βλέπουμε
και αντί να θέτουμε καινούρια ερωτήματα ,να αναζητήσουμε απαντήσεις,
σκαρφαλώνουμε ψηλά για να αγναντεύουμε
και την πνευματική στασιμότητα που τότε είχαμε ως μέγιστο πλήγμα
τώρα υιοθετούμε με μεγάλη προθυμία.
Γιατί σκόπιμα μας κάναν να αγνοούμε πως στους πρώτους,στους φύλακες της γνώσης ,μπορεί η σάρκα τους να έλιωσε στη φωτιά, αλλά όπου έπεσε φύτρωσαν λουλούδια,
ενώ οι δεύτεροι που έμειναν αδρανείς προκειμένου να παρατείνουν τη ζωή τους, φαγώθηκαν από σκουλήκια.
Και μεις αυτό το χουμε ξεχάσει ,και αυτή η λήθη καθρεφτίζεται άψογα στις σκέψεις μας,
και ωσότου να μας βρει εκείνο και οι συνέπειες που θα σέρνει μαζί του να μας το επαναφέρουν στη μνήμη με άσχημο και βίαιο πιθανά τρόπο
εμένα πολλά δε θα μου θυμίζουμε.

Τρίτη

σου γράφω ωσότου σε πετύχω

ηχούν οι λέξεις σου μέσα μου και συναντούν αντίλαλο στις πράξεις μου
ηχούν και δε δύναμαι και δε θέλω να βρω σιγή
κάθε που μου ρχεται η έμπνευση
και λίγο διακατέχομαι από μια θλίψη άγνωστης φύσης
κάθε που ακούω άνεμο έξω βαρύ και ορμητικό και νιώθω εγκλωβισμένη
και μαυρίζω κάπως λίγο
κάθε τότε θέλω πιο πολύ να σου μιλήσω και να αφεθώ σε ευαισθησίες ακατονόμαστες
και εξορισμένες από πάνω μου
βέβαια τέτοια πράγματα μόνον ερήμην σου τολμώ να ομολογήσω
και δεν το μετανιώνω
ή τουλάχιστον δεν το μετανιώνω εντελώς
γιατί η δύναμη που αντλώ από το φαίνεσθαι που έχω δημιουργήσει δεν συγκρίνεται με τίποτα
άλλες φορές πάλι με μισώ
γιατί εν τη γενέσει έπρεπε να χα σκοτώσει τέτοιες αδυναμίες
που με κάνουν να ακούω ξένο όνομα και να γυρνάω σα να ταν το δικό μου
που με κάνουν να μην πιστεύω στα χρώματα
είναι οι φορές που νοσταλγία υπερνικά και τρυπώνει και η θύμηση που σέρνει μαζί της φαντάζει αβάσταχτη και με γρατζουνάει απανωτά και πάντα αφήνει ένα γρέζι στο λαιμό μου
το ίδιο γρέζι είναι το εμπόδιο που δεν μ'αφήνει να σου μιλήσω
και αφού με χει πια τσακίσει ολοκληρωτικά το ίδιο μου γεννάει την απορία :
πως είναι όταν κάνεις κάποιον να μην πιστεύει σε χρώματα;

έτσι και γω το δοκίμασα σε άλλους,ώστε αν είναι όντως ωραίο να χεις κάποια ελαφρυντικέ
και δυστυχώς,είναι σχεδόν ηδονικό.

Παρασκευή

― Jack Kerouac, On the Road

“And for just a moment I had reached the point of ecstasy that I always wanted to reach, which was the complete step across chronological time into timeless shadows, and wonderment in the bleakness of the mortal realm, and the sensation of death kicking at my heels to move on, with a phantom dogging its own heels, and myself hurrying to a plank where all the angels dove off and flew into the holy void of uncreated emptiness, the potent and inconceivable radiancies shining in bright Mind Essence, innumerable lotuslands falling open in the magic mothswarm of heaven. I could hear an indescribable seething roar which wasn't in my ear but everywhere and had nothing to do with sounds. I realized that I had died and been reborn numberless times but just didn't remember especially because the transitions from life to death and back to life are so ghostly easy, a magical action for naught, like falling asleep and waking up again a million times, the utter casualness and deep ignorance of it. I realized it was only because of the stability of the intrinsic Mind that these ripples of birth and death took place, like the action of the wind on a sheet of pure, serene, mirror-like water. I felt sweet, swinging bliss, like a big shot of heroin in the mainline vein; like a gulp of wine late in the afternoon and it makes you shudder; my feet tingled. I thought I was going to die the very next moment. But I didn't die...”

Τετάρτη

Ιουλιέτα

......
-Αυτό το φως θυμάμαι και μια φωνή από πάνω μου,"αναπνέει;".
Αν θες να βοηθήσεις ξερίζωσε το φως καλύτερα από μέσα μου ,με βαραίνει
και σίγασε όλες τις φωνές που ασελγούν στην όμορφη ησυχία μου
"Σήκω φύγε,κάτσε που πας",
ταγκό είναι αυτό μέσα στο κεφάλι μου όταν ξαπλώνω,τριάντα δυο λεπτά και κάτι δευτερόλεπτα πριν κοιμηθώ,κάθε βραδύ;
Πιο πολύ η τέχνη του να απενοχοποιείς σφάλματα ονομάζοντας τα τέχνη.
Βασανιστήριο είναι ,το πως εγώ το προκαλώ και ζητάω από καλοπροαίρετα χημικά και ανθρώπους ανίκανους να το χαλιναγωγήσουν,πέντε σταγόνες και εφτά λόγια
Όχι ,δεν θέλω βοήθεια από τίποτα,σε τίποτα δεν πρέπει να στηρίζεσαι,μονός σου για πάντα παίζεις και  χαίρομαι που υπάρχει πολυφωνία στο κεφάλι μου από όλους τους δαίμονες που συλλέγω,δεν θα με βαρεθώ ποτέ.
Και καταριέμαι επιλεκτικά κάποια συναισθήματα, τα αποτινάζω από πάνω μου και στη θέση τους υιοθετώ μια κόρη,την απάθεια και την ονομάζω εκδίκηση.
Άλλες επιλογές στον τρόπο που θα σωθώ δεν μου δίνω και δεν με νοιάζει,γιατί δεν έχουν μείνει πόρτες αγνές για να διαφύγω και να τρέξω,και να υπήρχαν θα με έδενα με αλυσίδες να μου στερήσω τις επιλογές.Η δοκιμή είναι το δώρο που θα μου κάνω για φέτος, συν την ικανότητα να ονομάζω δοκιμή την ανικανότητα μου να επινοήσω κάποια αυτοβοήθεια,αντι για τρόπους να μου μολύνει το αίμα ολοκληρωτικά η μοιρολατρία που μου φύτεψαν ώστε στον ελεύθερο μου χρόνο να χτίζω ποιητικές κατάρες για θεούς ανύπαρκτους.
Αλλά κάποια στιγμή θα έχω δικό μου πλανήτη να εξοριστώ και δεν θα χει ούτε φως ούτε φωνές,ούτε πόρτες
ούτε καλοπροαίρετα χημικά και ανθρώπους ανίκανους
μόνο όμορφη ησυχία και γνώριμο χάος
και το πάντα και το ποτέ θα τα ορίζω μόνη μου.



Παρασκευή

speakin of tolerance...

-Yes indeed,I told you i'd give you my everything if you stay.
-so you lied
-no at all
- I didn't recieve anything from you lately I have to admit,how can this be possible if you claim that you kept the promise that you've made?
-I'm terrible sorry ,Ι failed your great expectation but I had nothing left to give you since you left
I've gave you my everything in a sense,then i had nothing.nothing left to offer ,so you recieved a big nothing.
-Such a childhood tragedy,isn't it?You know , your heters love you for being so self-destructive , your fans hate you for make them mourn about the way you destroy every inch of you body,letting the pain to spread inside you without even try to find an escape but the true evidence of your reluctance for life is the way you are willing to give your everything to a humanbeing who isn't really worth pretty much, anything.
-So, you pretend you don't deserve any of this,right?
- To be brutally honest, as a matter of fact,yes.
- Then,I have to say something cliche;
there is no objective value to any individual, to me you deserve everything
to you i deserve nothin
therefore,you pay for that
you aren't worth anything for the most important character in your life, yourself.

Πέμπτη

και που να ξερες


-Και την είδες ; Πότε την είδες;Πως ήταν; Άλλαξε καθόλου;

-Μην με ρωτάς,δεν μπορώ να στην περιγράψω
στεκόταν εκεί με αγέροχα βλέμμα και ο αέρας της έπαιρνε τα μαλλιά
σαν πρωταγωνίστρια χαμένη ήταν ,μη με ρωτάς
ταγκό θύμιζε το πάθος στα μάτια της,μέσα σε φλόγες βρισκότανε
απρόσιτη η τελειότητά της,απλησίαστο το ιδανικό των προσδοκιών της
τι να της πει ο οποιοσδήποτε,τι να της κάνουνε τα χρόνια
πόσο έλαμπαν τα μαλλιά της,πόσο με μετάξι το δέρμα της έμοιαζε
καταραμένο τραγούδι αγγέλων και διαβόλων την είχαν πει
μα εκείνη δεν πίστευε σε δαίμονες,δεν πίστευε σε τραγούδια
ποιος να της πει τι
πως να εντυπωσιαστεί που το πορτραίτο της και μόνο να ερημώσει πόλεις θα μπορούσε
καταστροφές να προκαλέσει σε δήθεν ιππότες
ευεργεσία να προσφέρει σε νύχτες επικίνδυνες
κίνδυνος και η ίδια για αυτούς που δεν αντέχουν την ανεξαρτησία
που θέλουν να υποτάσσουν όποιον έχουν δίπλα τους
εκείνη φωνάζει ,φωνάζει ,ουρλιάζει στους άδειους δρόμους
υμνεί την ελευθερία που αποπνέει και την χαρακτηρίζει
γεννήθηκε με αυτήν την ελευθερία ξέρεις
να μην ανήκει ποτέ πουθενά και σε κανέναν
και τίποτα να μην την αγγίζει
και πλανήτες να παίρνουν το όνομα της
και οι σκιές να φοβούνται να προσεγγίσουν το μεγαλείο της
και αστροναύτες να σκαρφαλώνουν στο φεγγάρι να το κατεβάσουν μπροστά στα πόδια της
δεν υπάρχει κάτι καινούριο να της πει κάποιος,τι να της πει
που μπορεί να δει στο σκοτάδι,που ο,τι έχει είναι η μοναδικότητά της
που όταν όλοι περίμεναν να συνεχίσει να λάμπει μπροστά από τα κατεστραμμένο τους εγώ
και να γυρνούσε πίσω να γιατρέψει τους εγωισμoύς τους
εκείνη εκτοξεύονταν από τον πλανήτη,πίσω στη μέση του διαστήματος φωνάζοντας
κανέναν σας δεν αγάπησα ,δεν το αξίζετε άνθρωποι
τι να της πει ποιος

Παρασκευή

μα όταν έσπασαν οι αλυσίδες,παρέμεινε δίπλα της


κάποτε ήσουν λίγο πιο δυνατός τη νύχτα
και γω τώρα τη νύχτα νιώθω παντοδύναμη
και θυμάσαι καθόλου που ερχόσουν και με έσπρωχνες ελαφριά για να χαράξω πορεία και γω προέβαλα σθεναρά αντίσταση γιατί φοβόμουν το σκοτάδι και συ με καλόπιανες προσφέροντας μου λουλούδια και τώρα τα λουλούδια σου δεν έχουν αξία γιατί με το που τα πιανω στα χέρια μου μαραίνονται και έχω βαρεθεί να λατρεύω αυτά που μισείς και να μην σε νοιάζει και κάθε βράδυ να κουβαλάω το όνομα του μεγαλύτερου σου εφιάλτη και να μπλέκομαι στην ονειροπαγίδα που σου χα πάρει δώρο και όταν συλλαβίζεις το όνομα μου να μασάς φωνήεντα στενοχώριας και να τα φτύνεις μετά  μαζί με αίμα στα πλακάκια σαν ξυράφια μικρά και να ψελλίζεις πως θες να μην μ'αγαπάς αλλά δε μπορείς
και αν ποτέ ρωτήσεις ,λυπάμαι γιατί ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος που θα ήθελα να νικήσω τέτοιες νύχτες,μα πια δεν ελέγχω τη δύναμη μου και με συγχωρείς που σε έμαθα τόσο καλά

Σάββατο

και φύλαγα ενα βουητό στο πάνω ράφι

και μην μου λες οτι δεν ξέρω να ονειρεύομαι
δεν φαντάζεσαι τι είναι να καίγεται νύχτα ο κόσμος σου και συ να νομιζεις πως ξημέρωσε νωρίτερα μόνο για σένα
Η λογική ειναι ο,τι μας έχει μείνει ,η λογική και το φως
και αν χάσουμε το φως,είμαστε νεκροί.

Πέμπτη

"Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου να μιλώ για 'σένα και για μένα."-Ελύτης

..."Για 'σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να 'ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για 'σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για 'σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για 'σένα,
όλα για 'σένα, για 'σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να' χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ' αγαπάω... Μ' ακούς;

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς."

Σάββατο

και αν ποτε θυμηθεις


απόψε είπες,σαν να μην υπάρχει αύριο
να μαστε μαζί για λίγο και γω να σου χαρίσω την ψυχή μου για λίγο λες,γιατί αξίζει λες
και συ να είσαι απαθής και να κερδίζεις και να νικάς,να κατακτάς για λίγο
μα εγώ να μην υπολογίζω τίποτα να μην με νοιάζει το μετά,
να με κυριεύεις για να με καταστρέψεις,να το ξέρω και να γελάω γοερά,
και στο όνομα δυο αστεριών που έπεσαν να το παίζω ελεύθερο πνεύμα πως δεν δεσμεύομαι,δεν κολλάω ενώ είμαι απαράδεκτη,συναισθηματική και ευάλωτη στο άκουσμα του ονόματος σου
και γω με άμμο να φτιάχνω κάστρα να προστατέψω μέσα μια μικρή ελπίδα πως κάποια στιγμή,
κάτι θα σημαίνει
και συ να τα κλοτσάς,
και γω να με εξορίζω σε μέρη χωρίς ουρανό και θάλασσα να σε ξεχάσω
και όταν δεν πιάνει
ας γίνει λέω,να μου φύγει το απωθημένο έστω λέω
ενώ ξέρω πως με αυτόν τον τρόπο θα μου γίνει εμμονή
να μην με νοιάζει
για να δείξω ότι δεν φοβάμαι να αποκτήσω καινούργιους φόβους,θα το δεχτώ λέω
για να ακούσουμε για λίγο μαζί μουσική πάλι λέω,για να μιλήσουμε πάλι λέω,θα το δεχτώ
και αν μου δινόσουν λίγο,θα σου δινόμουν εντελώς και είναι θλιβερό,σχεδόν μελοδραματικό
να μην με νοιάζει
και δεν θα ενδώσω μάλλον λέω,και πιθανά να το μετανιώσω λέω,μα να προσέχεις,
ίσως κάποια στιγμή να χουμε και οι δυο από κάτι να μετανιώνουμε
και ίσως τότε τα πεφταστέρια να είναι πολύ αργά για να μας σώσουν
και θα ναι κρίμα

Παρασκευή

lets see if you have the guts

αν θες να φύγεις,φύγε βασικά,δεν με νοιάζει,απλά κλείσε την πόρτα πίσω σου γιατί μετά ίσως να θέλω να μείνω μόνη
δεν πρόκειται να μου λείψεις,για πολύ τουλάχιστον,μου δίνω δυο μέρες
έτσι είμαι εγώ,τέτοια τα περνάω έντονα αλλά γρήγορα,δεν τα κουβαλάω μετά
θα ακούω μουσική,θα ηρεμώ και πιθανά που και που να πέφτω σε κανένα τραγούδι που να σε θυμίζει και να διακατέχομαι από μια μικρή κατήφεια
μέχρι εκεί όμως
και σου υπόσχομαι,σου υπόσχομαι οι σκέψεις μου να είναι βραχύχρονες και η φωνή που θα μου λέει ιστορίες για σένα μέσα στο κεφάλι μου,όσο πιο λακωνική γίνεται
δεν θα το φιλοσοφήσω ,είναι επικίνδυνο,όσο πιο πολύ θα το σκέφτομαι,τόσο πιο πολύ θα το ωραιοποιώ
και τότε ίσως πλάσω την εικόνα σου πάλι στο μυαλό μου όπως στην αρχή
όχι αυτό που είσαι,δεν είσαι εσύ αυτό,είναι αυτό που θα θελα να είσαι
και δεν θέλω
δεν θέλω τίποτα βασικά
ή μάλλον θέλω,εμένα θέλω
θέλω χρόνο για μένα,για τους στόχους και τα όνειρά μου
για τα σχέδια που θα καταστρώσω να κατακτήσω ξανά τον κόσμο μου
και να γίνω μια διάφανη,εγωκεντρική,απαθής ύπαρξη
να τα κάνω όλα σκόνη μπροστά σε δυο,άντε τρία απωθημένα
να πετάξω στο πάτωμα και να ποδοπατήσω στοχασμούς και αηδίες
και να επικεντρωθώ σε δυο,άντε τρία πράγματα
να τα κάνω πραγματοποιήσιμα,έτσι ,σαν δώρο
απλά ας μην σταματήσει η μουσική,παρακαλώ
αλλιώς τα πάντα θα θεωρηθούν μια ξεχασμένη παρόρμηση
και τότε θα'μαστε καταραμένοι,όλοι
και δεν το φοβάμαι,απλά το βαρέθηκα.

Πέμπτη

Within You - Labyrinth




How you turn my world
You precious thing.
You starve and near exhaust me.
Everything I've done,
I've done for you.
I move the stars for no one.
You've run so long.
You've run so far.
Your eyes can be so cruel,
Just as I can be so cruel.
Oh I do believe in you.
Yes I do.

Live without your sunlight.
Love without your heartbeat.
I... I...
Can't.. live.. within.. you...





Δευτέρα

Η Ιουλιέττα.

-Έφτασα στην είσοδο όπου με περίμενε εκείνη η κοπέλα.Κοίταξε δεξιά,κοίταξε αριστερά,μήπως με είχε ακολουθήσει κανείς και μου είπε με ήπια φωνή όπου πάει, εγώ να έπομαι πίσω της.
Περάσαμε το κατώφλι και μπόρεσα να νιώσω την αρνητική αύρα του χώρου να στήνει χορό για τον θάνατο της συνείδησής μου.
Χαιρέτησε δυο-τρία ακόμα χαμένα κορμιά και με πήγε σε μια στενή σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο."Εκεί θα τον βρεις,η πρώτη πόρτα που θα δεις.Χτύπα την και περίμενε να σε καλέσει μέσα."
Η σκάλα μου έμοιαζε πως οδηγούσε στην κόλαση,δηλαδή θα στοιχημάτιζα πως αν υπήρχε κόλαση ,κάπως έτσι θα ταν.
-Και όταν κατέβηκες σε αυτήν την ..προσομοίωση της κόλασης, ποιους είδες εκεί;
-Όχι κάποιον σημαντικό,μην φανταστείς...
Χτυπήσα δυο ,ίσως και τρεις φορές την πράσινη πόρτα,περίμενα 5-6 λεπτά
μέχρι να ακούσω μια φωνή βραχνή,βουτηγμένη στην κάπνα και στην κακή ποιότητα ζωής να μου λέει "ελα".
Είναι αστείο πόσα μπορείς να καταλάβεις καμιά φορά από τη φωνή ενός ανθρώπου.
Τον τύπο καν δεν τον είχα δει ,αγνοούσα την υπόσταση του ως άνθρωπο αυτού του κόσμου παντελώς.Και όμως,μάντευα την εικόνα του: ένας κακοτράχηλος πορνόγερος με το τσιγάρο στο χέρι,με δέρμα πιο κομματιασμένο και από εκείνη την πορσελάνη της γιαγιάς που όλοι σπάσαμε μικροί,δόντια κίτρινα και πουκάμισο μισάνοιχτο σε βε.
Άνοιξα την πόρτα,πόσο έξω δεν είχα πέσει.
Με υποδέχτηκε με ένα Marlboro νομίζω ήτανε,αν δεν κάνω λάθος,στο αριστερό χέρι
ενώ μου έγνεψε με το πιο σαπισμένο χαμόγελο να κάτσω στην καρέκλα που βρίσκοταν μπροστά απο το γραφείο του.
Το δωμάτιο ήταν υπόγειο,κατεστραμένος χώρος
Θύμιζε κελί και μοίριζε φάρμακα και σκόνη,οι τοίχοι μισοβαμένοι πορφυροί ισα-ισα μέχρι  μισό μέτρο κάτω απο το ταβάνι και απο έπιπλα το γραφείο του,η καρέκλα του,η καρέκλα μου και ένας διαλυμένος καλόγερος δίπλα απο την πόρτα.
Πάνω στο γραφείο του ο zippo του,ένα ποτήρι νερό και τα τσιγάρα του,τίποτα άλλο.
Για λίγα λεπτά δεν μιλούσα,επεξεργαζόμουν τον χώρο,μιλούσε εκείνος μόνο,μου εξηγούσε γιατί άργησε να μου πει να περάσω,έβριζε την γυναίκα του που τον είχε πάρει τηλέφωνο
το γιατί δεν το θυμάμαι,είχα προσηλωθεί στο να προσέξω τον χώρο,να αφουγκραστώ την παρακμή του,να συμβιβαστώ με την ιδέα πως θα δουλεύω για έναν τέτοιο άνθρωπο.
Μου έκανε εντύπωση βέβαια που είχε γυναίκα,πως γίνεται,πως είναι εφικτό ένας άνθρωπος σαν αυτόν να έχει γυναίκα.
-"Και με τι ασχολειόσουν εσύ είπαμε;" μου είπε κάπως ειρωνικά
-"Ψυχολογία έχω τελειώσει,δεν το ακολούθησα ποτέ."
-"Α,μάλιστα,ώστε ψυχολόγα
Ξέρεις,εμείς έχουμε ένα κοινό,εσύ διαχειρίζεσαι ψυχές και γω τις ξεπουλάω,καλά θα τα πάμε."
-"Ναι" είπα με μια άτονη φωνή,ενώ ένιωθα σαν να τραβάω τη ψυχή μου από μέσα μου με μανία να την ξεριζώσω,να του την πεταξω στα μουτρα με δύναμη να χει να παίζει.Δεν θα ταν και τόσο τρομερό όμως,ούτως ή άλλως δεν την χρειάζομαι πια.
μου έδωσε ένα χαρτάκι με το μέρος που θα ξεκινούσα
το παιχνίδι όμως είχε ξεκινήσει ήδη.

Πέμπτη

It's a crime I never told you about the diamonds in your eyes





Be still, sad heart, and cease repining; Behind the clouds the sun is shining; Thy fate is the common fate of all, Into each life some rain must fall, Some days must be dark and dreary

ακόμα με κάνει να αισθάνομαι καλά αυτό που μου έλεγες όταν στεναχωριόμουν



πάνε 5 μέρες από τα τέσσερα χρόνια
κάθε χρόνος και ο πόνος αυξάνεται κατά έναν χρόνο μάλλον παρά μειώνεται
λάμπεις με την απουσία σου
και γω θαμπώνω
χθες σε είδα στον ύπνο μου
τόσο γαλήνιος
τόσο ήρεμος
όπως ακριβώς σε θυμάμαι
τα πιο ήρεμα γκρίζα μάτια στο σύμπαν
το πιο έξυπνο μυαλό στον κόσμο
ο πιο σωστός άνθρωπος στο σύμπαν μου
ο πιο σοφός του κόσμου μου
Μου λείπουν τόσο οι συμβουλές σου
οι παροιμίες σου ,οι ιστορίες σου
τα ποιήματά σου ,τα βιβλία σου
τα λόγια σου ,η σκιά σου πάνω στον καναπέ,στην αριστερή του μεριά πάντα
κρατώντας μονίμως ένα βιβλίο στο χέρι
φορώντας εκείνα τα γυαλιά που φυλάω ακόμα στο τρίτο συρτάρι του γραφείου μου
ξέρεις,αυτή την εποχή μου λείπεις περισσότερο από ποτέ ,θέλω να έρθεις,να κάτσουμε έξω στον κήπο πάλι μαζί
να χαϊδεύεις τον σκύλο,να κοιτάξεις το ρολόι σου που τώρα κάνει παρέα στα γυαλιά σου στο συρτάρι
να πεις όπως κάθε χρόνο "δες πόσο μεγάλωσε η μέρα"
να γελάσεις κάπως μελαγχολικά σκεπτόμενος πως πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από την τελευταία φορά που το πες αυτό.
Γιατί σκεφτόμουν σήμερα πως αγάπη τελικά σημαίνει να δίνεσαι
και με ακύρωσες πάλι χωρίς να σαι παρόν
γιατί ήσουν ο μόνος άνθρωπος που ήξερε να αγαπάει κανονικά.
Γιατί ήσουν ο μόνος άνθρωπος που μ'αγαπούσε αληθινά
που αγαπούσα αληθινά
που θαύμαζε απεριόριστα
που δεν θα ξεχάσω ποτέ
που εμπιστευομουν ουσιαστικα
που αν ήθελε μπορούσε να βάλει φωτιά ακομα και μέσα από την πιο ατόφια ηρεμία που έχω συναντήσει,την δική του
που δεν το έκανε ποτέ γιατί τόσο ανώτερος ήτανε
που μου θύμιζε την θάλασσα
που που που
Και γιατί μετά από αυτά εγώ να ζω με δυο τύψεις
μια για κείνο το τραγούδι στο πιάνο που δεν είχα το θάρρος να σου αφιερώσω από το μικρόφωνο σαν σήμερα ,πριν τέσσερα χρόνια προτού το παίξω μη τυχόν και ακουστώ μελοδραματική
και μια που δεν γεννήθηκα πιο νωρίς για να σε ζήσω περισσότερο
ποτέ δεν θα μου το συγχωρέσω αυτό
όσο σκέφτομαι όλες αυτές τις χαμένες συζητήσεις,τις συζητήσεις που δεν κάναμε ποτέ,τις συμβουλές που δεν πρόλαβες να μου δώσεις
νιώθω πως πνίγομαι
πως πονάω
και αυτό ο πόνος θα μεγαλώνει
κάθε τέσσερις μέρες αφού κλείνει ένα χρόνο
έχει τα γενέθλιά του κάθε τώρα
κάθε σήμερα,μαζί με μια πεταλούδα στον καρπό μου στο χρώμα των ματιών σου
σύμβολο του πνεύματος λένε,σύμβολο δικό μου και δικό σου
και θα ζεις μέσα από μένα με κάποιον τρόπο
άνθρωποι σαν και 'σένανε δεν πεθαίνουνε ποτέ,δεν φοβάμαι.


Παρασκευή

The Old Kind of Summer



every day goes by and every night the same,
I sit and think of how I'm so much
further away from you.
every time I wake, I'll slowly mark the day,
cause this life has taken me so much
further away from you.
every sunset and every time it rains,
every walk I take I'll count the steps
further away from you.
if I should fall in love again, I will know that
I'm only that much further from you.
you'll fall in love again someday, I know.
you'll see the light and I'll be away..

Δευτέρα

Η Ιουλιέτα.



Ήπιε μια γουλιά καφέ και αρχισε

-Ωραία ημέρα πρέπει να ταν ,βέβαια δεν θυμάμαι και πολλά..Ήταν όμορφο το ξημέρωμα θυμάμαι,πολύχρωμο και σχετικά ήσυχο.Να χτυπάς μανιωδώς το κεφάλι σου στο πάτωμα και ο μόνος ήχος που ακούγεται να είναι το φίλτρο του ενυδρείου.Τόση αδυναμία.Να σηκώνεσαι,να γελάς αθόρυβα και από πίσω σου ένα σωρό σπασμένα μπουκάλια και χαμένα κορμιά.Να τα οικτιρεις για ένα λεπτό και μετά να τα χλευάζεις.Να περπατάς στις μύτες να αλλάξεις δωμάτιο γιατι δεν τους αντέχεις άλλο.
"Να ξεκουμπιστούν από δω ,να πάνε να πνίγουν, δεν με ενδιαφέρουν.Οι άνθρωποι είναι αιμοβόροι,μοχθηροί,παρτάκιδες,δεν θα συνηγορήσω σε αυτό,εγώ είμαι από ευγενική γενιά.Λάθος παρέες,κακός καιρός,πολύ λάθος"να ψιθυρίζεις παρ'όλα αυτά για να μην τους ξυπνήσεις.Να κομπιάζεις μια στιγμή και να επανέρχεσαι.Πολύ δράμα,λες,πολύς χαμός για το τίποτα,αυτό είναι που σε εκνευρίζει μια στάλα περισσότερο.Φτάνεις στην κουζίνα και βάζεις λίγο κρασί σε ένα πλαστικό ποτήρι.Το σηκώνεις και σου φεύγει από τα χεριά.Ακόμα τρέμουν λίγο.
Τα παρατάς όλα όπως είναι αρπάς το φόρεμα σου από το πάτωμα και παλεύεις να το βάλεις.Τα καταφέρνεις και σέρνεις τα πόδια σου ως την πόρτα.
"ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΚΑΙ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΘΕΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΑΣ,ΠΝIΓΟΜΑΙ" φωνάζεις
"Πάω έξω να αναπνεύσω πραγματικό οξυγόνο".

Κάπου στους μπερδεμένους δρόμους της πόλης πρέπει να χάθηκα,πρώτη φορά έρχομαι εδώ,δεν ξέρω.λιποθύμησα φαντάζομαι και μετά με βρήκατε εσείς.
Δεν ήταν κάτι,αλήθεια,απλά είμαι λίγο παραπάνω ζαλισμένη.Μόνο λίγο περισσότερο από τους συνηθισμένους χαμένους ανθρώπους

-Και το όνομά σου;

-Ιουλιέτα.

http://ammeliwheniamthinking.blogspot.com/
αξίζει μια ματιά στο blog της φίλης μου,Annie
Καλωσόρισες στο blog