Παρασκευή

and she's buying a stairway to heaven







αν όπως μου έλεγες μικρή παράδεισος είναι εκεί που αγκαλιάζεις μια ηρεμία άπλετη παρέα με αυτά που αγαπάς


τότε βοήθησέ με να εξασφαλίσω μια θέση


μάθε μου να διανύω αποστάσεις,να περνάω μέρη που έχεις  περάσει,να καταπιάνομαι με τις εμπειρίες σου
μάθε μου,μάθε μου να κάνω νουβέλες τις πληγές μου,να μην απαντάω όταν με ρωτάνε το γιατί των πράξεών μου,να προστατεύω με ατσάλινα σίδερα και γυάλινες πόρτες την ησυχία μου
μάθε μου να μην ζητάω συγνώμη,να μην με νοιάζει αν θα ξημερώσει αύριο ο ήλιος ή αν θα με αφήσει τιμωρία  ίσα ίσα για να μάθω να βλέπω στο σκοτάδι
μάθε μου κόλπα μαγικά, δώσε μου όπλα ξένα να απειλήσω την αταραξία μου να μη με πνίξει χωρίς οίκτο
δείξε μου διόδους να μη με πιάνει  πανικός,πάιζε μου μουσική όταν δολοφονώ τις μαργαρίτες στον κήπο για να μην μαραθούν τα τριαντάφυλλα από τη ζήλια τους
άλλαξε θέση σε αυτά που δε νομίζεις σωστά,κανε με ολόκληρη παθητική,να σου χαρίσω γενναιόδωρα όλο τον έλεγχο
υποσχέσου ότι δεν θα τον επιστρέψεις
χώρισε με από αυτά που με χωρίζουν σε δυο κομματια,σταματα να ασπαζεσαι αυτα που με τρομάζουν
πίστεψε,πίστεψε εκείνα τα μεγάλα λόγια πάνω στα χαρτιά που θάβουμε τον χειμώνα στην άμμο και τα ξεθάβουμε το καλοκαίρι για να μας δίνουν δύναμη
πείσε με,πείσε με και κανε με να τα πιστέψω και γω
προστάτεψέ με από τους δαίμονές μου,τους σκοτώνω,δες με
χειροκρότησε τους που φεύγουν έτσι ηρωικά,δείξε μου ποια είναι η κόλαση να την ξεχωρίζω


για μένα αυτό σημαίνει ηρεμία, βοήθησε με
και γω θα μας κάνω δώρο δυο γωνίες στον παράδεισο

Σάββατο

Summer's gone, the day is done soon comes tonight




Κάντο πάλι,μη περιμένεις
φύγε,πάντα έφευγες στα δύσκολα άλλωστε
πήγαινε πάλι σε όνειρα ξένα να διαμένεις
να αναφωνείς σε κάθε απάτη που υπομένεις
"ω χειμώνα άρρωστε"

Και σκέψου τα παραμύθια τα άπειρα
εκεινα που σε κάναν να ξεχνάς
τα χρονιά χωρίς ήλιο,τα ανάπηρα
και το ξερίζωμα της λαστιχένιας σου καρδιάς

Αλλάζεις και υιοθετείς διαόλου ψεύτες
που κάποτε μπορούσες να σκοτώνεις
φωνάζοντας τους λυσσαλέα "κλέφτες"
με κάτι αλήθειες δανικές που απομονώνεις

Και  φύγε,φύγε και λησμόνησε τα λάθη σου
απάτη στίσε και χορό στο όνομα της ικεσίας σου
ή τιμωρία ονόμασε τη που σου όρισαν τα πάθη σου
να μην ξεχωρίζεις πια ποτέ τη δυστυχία σου

Πέμπτη

protect me from what I want

_μικρο απόσπασμα από ιστορία που γράφω _

... Πήρε το κερί στα χέρια της και φώτισε λίγο προς το παλιό της δωμάτιο ...

η φλόγα του δεν έφτανε για να επεκταθεί πολύ και να την αφήσει να δει όλες τις λεπτομέρειες στην σκισμένη ταπετσαρία του τοίχου που την περίμενε 50 χρονιά τώρα
βγήκε έξω από το δωμάτιο
όλα σκονισμένα γύρω της με μια ατμόσφαιρα αρκετά
αποπνικτική
προχώρησε με αργά και σταθερά βήματα προς την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στις παλιές κρεβατοκάμαρες των γονιών της
κρατήθηκε λιγάκι από κει και άφησε την μνήμη της να λειτουργήσει ως συνείδηση ενώ σιγοτραγουδούσε τραγούδια που θυμόταν από τότε,τραγούδια 50 ετών και χαμογέλασε
 
τα πράγματα αλλάζουν
τα πράγματα έχουν ζωή 

ζωή που τους
προσφέρουμε με την σημασία που τους δίνουμε
ζωή που τους την παίρνουμε πίσω όταν τα σβήνουμε από το μυαλό μας
 
γερνάνε μαζί μας

είναι φαντάσματα και μας στοιχειώνουν
και πόσο άψυχα μπορεί να ναι
και πόσο ψυχή μπορούν να σου δώσουν
και έχουν διαφορές τα πράγματα από χέρι σε χέρι
διαφορές που τους δίνουν άλλου είδους αξία
διαφορές που σε φυλακίζουν

πολλά μπορούν,να ξυπνήσουν αναμνήσεις θαμμένες μέσα στον χρόνο
 
πολλά μπορούν 

πολλά μπορούν ακόμα και μέσα στο σκοτάδι

όλες οι κινήσεις της μέσα στο σπίτι ήταν μηχανικές,λες και δεν είχαν κυλήσει καθόλου οι καιροί από τότε που έμενε εκεί,ήταν σαν ο χρόνος σε εκείνες τις στιγμές να χε παγώσει
γύρισε λίγο το βλέμμα προς την παλιά βιβλιοθήκη η οποία ήταν μισοσκεπασμένη με ένα σεντόνι
φώτισε με το κερί προς το μέρος της και την ξεσκέπασε εντελώς με μια απότομη κίνηση αφήνοντας ένα συννεφο σκόνης να σηκωθεί
όλα στην θέση τους όπως τα θυμόταν
 
δεξιά οι τόμοι του πατέρα της

στη μέση τα μυθιστορήματα και οι ποιητικές συλλογές

και αριστερά..και αριστερά τα παιδικά της παραμύθια που της διάβαζε η γιαγιά της αντί για καληνύχτα
διάλεξε το πρώτο από όλα,το αγαπημένο της παραμύθι αυτό που της έφερνε πιο πολύ την εικόνα της γιαγιάς της,το έβγαλε προσεχτικά και μαλακά από την βιβλιοθήκη και το άνοιξε
 
τώρα μπορούσε να το διαβάσει μονή της

ξαποστασε για λίγο,ακούμπησε προσεχτικά το φαναράκι με το κερί  πάνω στο τραπεζάκι διπλά στην βιβλιοθήκη και άρχισε να διαβάζει δυνατά το βιβλίο σαν να το αφηγούνταν στο σπίτι
είχε την ίδια ζεστασιά στην φωνή που είχε και η γιαγιά της σε κάθε παραμύθι που της έλεγε


κοιτούσε
ελάχιστα τι έγραφε το βιβλίο,θυμόταν τα πάντα απ'εξω

στο τέλος μαζί με την λέξη που έκλεινε το παραμύθι πρόσθεσε ένα αντίο ενώ άρπαξε το φαναράκι από το τραπεζι και το πέταξε με δύναμη πάνω στην ξύλινη σκάλα η οποία δεν άργησε να τυλιχτεί σε φλόγες

οι γονείς της,η γιαγιά της στο σπίτι είχαν πεθάνει
τα πράγματα δεν είχανε ζωή πια,γιατί αυτοί που τους έδιναν ζωή είχαν φύγει

θα ταν άδικο σκέφτηκε να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς ψυχή

βημάτισε προς το δωμάτιο της κρατώντας αγκαλιά το βιβλίο,και κατευθύνθηκε προς το παλιό της κρεβάτι
το ξεσκέπασε και αυτό από το σεντόνι που το κάλυπτε και ξάπλωσε
έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε περιμένοντας το φως που ανέδιδε το σπίτι της να την αγκαλιάσει και κείνη

  σκέφτηκε θα ταν και για κεινη άδικο να συνεχίσεινα υπάρχει χωρίς ψυχή

είχε ήδη ακούσει το παραμύθι της
ήταν έτοιμη για τον τελευταίο της ύπνο
 
κοιμήθηκε
 
μετά από λίγο την συνάντησε το πύρινο όνειρό της

καληνύχτα της είπε και συνέχισε

Τετάρτη

Dare not walk through the light...


έμαθες να μου προσφέρεις την καλύτερη ησυχία
την ησυχία σου
κάποτε αφελώς την αναζητούσα, πολύτιμο δώρο ήτανε
τώρα όμως είναι κατάρα
και με καταδίκασες λοιπόν ισόβια να ζω με τις επιλογές σου
σαν εκείνες τις μέρες που όταν έπεφτες για ύπνο σου έλεγα "να προσεχείς" γιατί ιστορίες είχα ακούσει ανθρώπων που στον ύπνο τους πεθαίνανε και γω φοβόμουν.Με είχες μάθει ακόμα και να φοβάμαι εγωιστικά,να φοβάμαι πιο πολύ για μένα παρά για σένα γιατί δεν είχα συνηθίσει τον ήλιο να αναδύεται μονή τα ξημερώματα της Κυριακής να κοιτάζω.

Και ήξερες τόσα πολλά που με έκανες να τρομάζω.Ήξερες να πιάνεις τα πράγματα με τα λόγια και σαν στα πόδια μου μπροστά να τα ακουμπούσες.Το φεγγάρι μπορούσες αν ήθελες να κλέψεις με τις παραστατικές σου παρουσιάσεις και να μου το δώσεις για να σε θυμάμαι.Ήξερες να με καθοδηγείς,να με σκοτώνεις,να με σώζεις,να με κάνεις να εκτιμώ και να αδιαφορώ για οτιδήποτε μπορούσε να κινείται γύρω μας.Ήξερες να με καταράσεσαι καλύτερα απο ολα γύρω μου,οχι με λέξεις μα με πράξεις που έμαθα να κουβαλάω μαζί μου ισόβια και ισοβίτης η ίδια να θέλω να γίνω στο κλουβί που μου έφτιαξες για να μην με χάσεις .Και πάλι με ξεγέλασες γιατί ήξερες  να με κάνεις να κλειδώνω την πόρτα του εθελοντικά τα βράδια να μην μπορώ να αποδράσω.

Με έμαθες να διαλύω με μια κίνηση τα επιφαινόμενα ψέματα σου,να βουλιάζω και να επιπλέω ταυτόχρονα,να με σπας σε κομμάτια μα να αισθάνομαι καλύτερα.Με έμαθες να καταλύω μπροστά στους στόχους σου,χωρίς γδούπους,μην τυχόν και ξυπνήσω την συνείδηση σου και σου χαλάσει τα σχέδια
μετά με έμαθες να προσαρμόζομαι καταλλήλως σε αυτά που με μαθαίνεις,να μην μου κάνουν διαφορά και αποζητήσω τις παλιές μου δόξες που δεν σε εμπεριείχαν.
μου έμαθες να σε περιμένω,να σε δικαιολογώ,να μην σου αποδίδω ποτέ ευθύνες για τα λάθη σου,να τα υιοθετώ όλα.
Ξεχασες να με μαθεις να ζω στην ησυχεια σου και απο τοτε το δωρο εγινε τιμωρία
μα το χειρότερο είναι πως μου ζήτησες τα πάντα που υπάρχουν σε σένα να αποδίδω

Παρασκευή

Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο

γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου...

Σάββατο

Life down here is just a strange illusion.


 Θα πάρω ένα πινέλο και ένα χρώμα και θα αρχίσω να βάφω μια μια τις αναμνήσεις μας
να τις κάνω όπως θέλω
να τους δώσω λάμψη για να αποποιηθούν το ασπρόμαυρο χρώμα που τις έκανες να υιοθετήσουν
να οριοθετήσω το χώρο που θα πιάνουν
να περιορίσω τη διαφάνεια τους με κόκκινες γραμμές
θα στις κλέψω,θα τις κάνω δικές μου για να σε απαλλάξω
θα τις φροντίσω
θα τις αναπλάθω με κόπο
θα τονίσω τη διαύγεια τους
 θα τις επεξεργαστώ μέσα μου να δω τι άλλο χρειάζονται
μπορεί στο τέλος να μοιάζουν με παραμύθι που δεν θα πίστευες
μπορεί να μην παρατηρήσεις καν τις αλλαγές
θα τις ζηλεύεις κάποια στιγμή,θα εύχεσαι να μην με είχες αφήσει να στις πάρω.
θα τους δώσω ζωή και ονόματα
θα τις διαχωρίσω
θα τους μάθω να ακροβατούν για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις σου
θα τις βάλω δίπλα στο παράθυρο ,δίπλα στον ήλιο να τις κάνει να λάμπουν περισσότερο
θα τις διορθώσω
θα επισκευάσω κάθε πληγή που τους προξένησες,θα τις κάνω να ξεχάσουν χωρίς να ξεχνάω
όπως πάντα τις κατέστρεφες και πάντα τις έφτιαχνα
αφού καταφέρω να γίνουν ιδανικές,παραμυθένιες,ουτοπικές
θα τις σκοτώσω
θα τις τσαλακώσω
θα τις κομματιάσω και θα τις κλείσω μέσα σε ένα γυάλινο κουτί για να στις δώσω
εσύ θα τις κοιτάξεις και θα γελάσεις γοερά
θα πάρεις τη χαρά που έπαιρνες όταν τις κατέστρεφες μόνος σου 
θα στρέψεις το βλέμμα προς το μέρος μου και θα περιμένεις να πάρω ένα πινέλο και ένα χρώμα για να τις κάνω όμορφες ξανά
να τους δώσω λάμψη και ονόματα 
όμως κουράστηκα,κουράστηκα πολύ να βάφω και να αναπλάθω τις αναμνήσεις μας για σένα

τώρα βγάλτα πέρα μόνος σου


Δευτέρα

Κατερίνα Γώγου


Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ 
είναι μη γίνω "ποιητής" 
Μην κλειστό στο δωμάτιο 
ν' αγναντεύω τη θάλασσα 
κι απολησμονήσω. 
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου 
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ 
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις. 
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε 
για να με χρησιμοποιήσει. 
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα 
για να κοιμίζω τους δικούς μου. 
Μη μάθω μέτρο και τεχνική 
και κλειστώ μέσα σε αυτά 
για να με τραγουδήσουν. 
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά 
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος 
μη με πιάσουν στην κούραση 
παπάδες και ακαδημαϊκοί 
και πουστέψω 
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί 
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις 
σκυλιά μας έχουν κάνει 
να ντρεπόμαστε για την αργία 
περήφανοι για την ανεργία 
Έτσι είναι. 
Μας περιμένουν στη γωνία 
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι. 
Ο Μάρξ... 
τον φοβάμαι 
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν 
αυτοί οι αλήτες φταίνε 
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό 
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...