Δευτέρα

Petit Prince rencontre le renard


Τότε εμφανίστηκε η αλεπού. «Καλημέρα», είπε η αλεπού. «Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, κοίταξε τριγύρω μα δεν είδε τίποτα. «Είμαι εδώ», ξανακούστηκε η φωνή, «ακριβώς κάτω απ' τη μηλιά» «Ποια είσαι εσύ;», ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας και πρόσθεσε 
«Είσαι πολύ όμορφη.» 
«Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού. 
«Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. «Είμαι τόσο δυστυχισμένος»
«Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού. «Δεν έχω εξημερωθεί».
«Συγνώμη» έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Και μετά από λίγη σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει "εξημερώνω";»
«Δεν είσαι από δω» είπε η Αλεπού. «Τι ψάχνεις;»
«Ψάχνω ανθρώπους» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Τι θα πει εξημερώνω;» 
«Οι άνθρωποι έχουν όπλα και κυνηγούν. Αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Επίσης τρέφουν κοτόπουλα. Αυτά είναι τα μόνα ενδιαφέροντα τους. Ψάχνεις για κοτόπουλα;» ρώτησε η Αλεπού. 
«Όχι», είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Ψάχνω για φίλους. Τι θα πει εξημερώνω;»
«Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει "δημιουργώ δεσμούς"».
«Δημιουργώ δεσμούς;» 
«Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δεν σ' έχω ανάγκη. Και δεν μ' έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ' εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο.»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι, νομίζω ότι με έχει εξημερώσει...» 
«Μπορεί», είπε η αλεπού. Στη γη μπορείς να δεις τα πάντα. Ω, μα το λουλούδι μου δεν είναι στη γη», είπε ο μικρός πρίγκιπας. Η Αλεπού μπερδεύτηκε αλλά ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Ή ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι. Αλλά αν μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα 'ναι σαν φωτισμένη απ' τον ήλιο. Θ' αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων πού θα 'ναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ' τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ' την υπόγεια φωλιά μου. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα, μου είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό. Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα 'ναι θαυμάσια, αν μ' εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο στα στάρια...»
Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκηπα, για πολύ ώρα.
-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.
-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.
-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.
-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…
Την επόμενη μέρα ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.
-Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τ’ απόγευμα από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της…Χρειάζεται κάποια τελετή.
-Τι πάει να πει τελετή; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν σαν όλες, κι εγώ δε θα είχα ποτέ διακοπές.
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:
-Αχ, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.
-Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Τι κέρδισες λοιπόν;
-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.
Έπειτα πρόσθεσε.
-Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.
-Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είσαστε τίποτα ακόμα, τους είπε. Κανείς δε σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.
-Είσαστε όμορφα, όμως είσαστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας. Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει. Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα. Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν. Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δύο τρεις για να γίνουν πεταλούδες). Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.
Και ξαναγύρισε στην αλεπού:
-Αντίο, είπε…
-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.
-Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
-Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.
-Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου…είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού.
-Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…

-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… Ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται…

Oh there's still time to borrow



 Ανάπνευσε.

απλά συνέχισε να αναπνέεις

με τις παύσεις σου 

με τον ρυθμό σου.

Λέει πως μια μέρα σαν και αυτή σκότωσες τα τέρατα που σε κυνηγούσαν
και εσύ επιτελούς κοιμήθηκες
Όταν μαζεύτηκαν εκεινα τα περίεργα σύννεφα γύρω σου με κοίταξες κάπως απελπισμένα
γιατί;
σσσ πλάσμα μου τρομαγμένο
Μη σκοτώνεις τις βασίλισσες του ήχου που σου ψιθυρίζουν νανουρίσματα όταν πας να κοιμηθείς
απόγνωση,απόγνωση για κάποιον τόσο πιστό τους όσο εσύ
αν και διέταξαν τον αέρα να παίρνει τις αιματοβαμμένες αναμνήσεις σου μακριά
εσύ τυφλά ακόμα τις ακολουθείς
μείνε πίσω μαζί τους λοιπόν τώρα

Μην γυρίζεις τα κάδρα στον τοίχο ανάποδα,δεν είναι οι εικονες που σε κάνουν να μην ξεχνάς

σσσ πλάσμα μου αλαζονικό
μην ανταλλάζεις εκκωφαντικούς ήχους με ξεχασμένες ιστορίες
μάταιο,μάταιο για κάποιον που κάποτε ήξερε να φτιάχνει μόνος του τις καλύτερες ιστορίες.
Και λέει πως κάποτε ένας απο εσάς τους δήθεν σοβαρούς τρελάθηκε
και σκότωσε την αγαπημένη του με εκείνες τις παρανοϊκές ιστορίες που μου έλεγες για να φοβάμαι
όσο της μίλαγε ένα ένα τα κομμάτια της εξαφανίζονταν
ενώ εκείνος γινόταν τέρας
τέρας,τέρας σαν και εκεινα απο τις ιστορίες σου 
και έβαφε μαύρο τον ουρανό να την εκδικηθεί για κάθε φορά που τον συχώρεσε
ύστερα αποζητούσε τα απεριόριστα κενά όπως και εσύ τότε
τότε,τότε που σταμάτησες να κλειδώνεις την πόρτα του δωματίου σου
αλήθεια,δεν φοβάσαι πια;

σσσ πλάσμα μου παγωμένο
μην αναζητάς μέρος να πας να ξεψυχήσεις
γιατι έψαξα και σου βρήκα ένα αστέρι,αστέρι σαν και εκείνο που μου είχες ζητήσει
του έδωσα το όνομά σου 

δεν έχει σημασία όμως πια όπως είχες πει σωστά;
οτι και να κάνω δεν μπορώ να σταματήσω τους δείκτες του ρολογιού που κινούνται απειλητικά,σωστά;
"δεν μπορείς να προσέξεις καμία προσπάθεια μου"
δεν σου έχει μείνει κάτι άλλο έτσι;

σσσ
σταμάτα και απλά κανε αυτό που σου πα

ανάπνευσε.


Παρασκευή

απο τοτε




Διάλεξε,

διάλεξε χρώμα για να ζωγραφίσω τα ξεψυχισμένα όνειρα σου που κάτι νύχτες σαν και αυτή σε επισκέπτονται
Διάλεξε,
διάλεξε εικονες απο μένα,απο σένα και τοποθέτησε τες στη σειρά όπως νιώθεις,
επισκίασέ τες με το δυνατό σου φως και μετά πέσε να κοιμηθείς υποταχτικά
μετά όμως διάλεξε
διάλεξε μια θέση να ξαπλώσεις και να κλάψεις ήρεμα χωρίς να πνίγεσαι και να χτυπιέσαι,χωρίς να βασανίζεσαι απο κενά απεριόριστα,χωρίς να κάνεις τις σκέψεις μας τραγούδια
Και πάλι διάλεξε
Διάλεξε τρόπο να μου πλέξεις τα μαλλιά όπως συνήθιζες να κάνεις,διάλεξε τρόπαιο να σου δώσω αν αγαπήσεις την περιέργειά σου
και πες μου,πες μου πόσο διαφορετικά είναι χωρίς ήλιο,πες μου,πες μου πόσο τρομαχτικά σου φαίνονται όλα όταν νυχτώνει,πέσε κάτω μαλακά και πες μου,γιατί να σπάς τις αλυσίδες που με κρατάνε χαμηλά,γιατί αδύναμα χυμάς στο έδαφος,γιατί αλλάζεις τη θέση των βιβλίων που μου πήρες,γιατί έχει μείνει μόνο η σκιά σου,γιατί
Διάλεξε ένα μέρος να κρύψεις την ευαισθησία σου,να απαρνηθείς τη τελειότητά σου,να μαχαίρωσες τρεις φορές των εγωισμό μας,μια για τα λάθη μας,δυο για τα ερείπια που αφήσαμε πίσω μας και τρία για αυτά που δεν ειπώθηκαν και δεν ξεχνάμε
Διάλεξε,
διάλεξε σε παρακαλώ,απλά διάλεξε και πες μου τι άλλο θέλεις
διάλεξε αν θες να είμαι εδώ να σε κρατάω μην τυχόν πέσεις
διάλεξε αν ακόμα θα μου κρατάς το χέρι όταν φοβάμαι
και μετά πες μου,πες μου τι άλλο θα έφτανε,πες μου τι άλλο θα ήθελες,μην με αφήνεις να ξεχνάω,πες μου,πες μου τι μέρα πεθάναν οι χαμένοι βασιλιάδες μας,πες μου ποιους χειμώνες θυμάσαι τώρα,πες μου,πες μου ένα παραμύθι για να με πάρει ο ύπνος όπως έκανες,πια είμαι ανίκανη να κοιμηθώ,τραγουδά μου ένα νανούρισμα,πάρε με αγάλια και εγώ θα μαι ευτυχισμένη
Διάλεξε να υπνωτίσεις τα άδικα ψέματα μας με παρανοϊκές γραμμές
Ταξίδεψε για να ακούσεις τις ενοχές σου που στόλισες με εννιά κορδέλες να σου ψιθυρίζουν
Άκου με,άκου με να φωνάζω το όνομά σου καθώς φεύγεις,εδώ είμαι,εδώ ήμουν,σε περιμένω,άκου με να σου λέω πως είσαι ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ,άκου με να σε παρακαλάω να μείνεις και τέλος ξαναπές μου πως οτι και να γίνει θα σαι εδώ



πέρασαν χρόνια τώρα,ηρέμησε ψυχή μου,αναπαύσου.

Τετάρτη

Μεταφρασμένες σκιές

Ένα μικρο απόσπασμα απο μια ιστορία που γράφω




Άφησε να ακουστεί το ανατριχιαστικό τρίξιμο καθώς περπατούσε στο παλιό ξύλινο πάτωμα.

  Όσες φορές και αν είχε πατήσει πάνω σε εκείνο το πάτωμα ποτέ δεν προκαλούσε τον παραμικρό θόρυβο,μια ζωή βημάτιζε ανάλαφρα και μαλακά,σαν σκιά,χωρίς να βιάζεται ή να καθυστερεί,μόνο που σήμερα  η μέρα ήταν  διαφορετική,σήμερα εμοιαζε να κουβαλούσε  ένα βάρος τόσο μεγάλο,τόσο αβάστακτο,άξιο αρκετά για να την καθηλώσει.Έσυρε την καρεκλά πρόχειρα σαν να μην είχε την δύναμη να την τραβήξει,μια ζωή την ανασήκωνε ήρεμα,προσεκτικά,με συγχρονισμένες κινήσεις σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.Κάθισε με μια κούραση ανόμοια με οποιαδήποτε  και κατάπιε όπως όπως έναν αναστεναγμό.Ποτέ της δεν αναστέναζε,μια ζωή ολα τα αντιμετώπιζε με ένα ζεστό χαμόγελο.Έλυσε τα μαλλιά της,έβγαλε τα δακτυλίδια της και τα πέταξε στο πάτωμα σαν να την φυλάκιζαν καιρό τώρα.Μια ζωή πρόσεχε τα πράγματα της  και κυρίως αυτά τα δακτυλίδια,ήτανε λέει ιερά για κείνη.Έκλεισε για λίγο τα μάτια της σαν να ήθελε να αποκοπεί απο την πραγματικότητα και αμέσως αναγράφηκε μια αγαλλίαση στο κουρασμένο πρόσωπό της.Τα άνοιξε απαλά και έπιασε τον εαυτό της να δακρύζει.Ποτέ της δεν δάκρυζε,μόνο απο χαρά.Έστρεψε το βλέμμα της προς την φωτογραφία πάνω στο τραπέζι.Ηταν η φωτογραφεία του.Ήταν ο,τι της έμεινε,η φωτογραφεία του και το παλιό του πιάνο.Την κοίταξε με ενα βλέμμα σαν να ήθελε να μπει μέσα,να ζήσει πάλι εκείνη την στιγμή και μετά ας μην ξανά ανέπνεε.Σκούπισε τα δάκρυα της με το μανίκι του μαύρου φορέματος της ελαφρά και χαμογέλασε κάπως απελπισμένα.Την έπιασε στα χέρια της και αρχισε να της μιλάει έντονα

"Όταν χάνονται οι άγγελοι τι προσευχές λένε;"
αποκρίθηκε στην φωτογραφία
"Τους ακούς;"

Συνέχισε με ενα υποταγμένο και ταυτόχρονα θυμωμένο ύφος.
 
"Τους ακούς τώρα;Τώρα απο εκεί τους ακούς;Τους ακούς να σε νανουρίζουν;Πες μου,τους ακούς;"
Ξέσπασε βουβά,σηκώθηκε απο την καρέκλα απότομα και πέταξε με δύναμη την κορνιζά με την φωτογραφία του στο πάτωμα αφήνοντας έναν λυγμό να της ξεφύγει .Στηρίχτηκε στην καρέκλα λες και ήταν έτυμη να καταρρεύσει.Ηρέμησε λίγο,σήκωσε την κορνιζά με την φωτογραφία απο το πάτωμα στοργικά και την τοποθέτησε ήσυχα πίσω στην θέση της ζητώντας της συγνώμη με χαμηλή φωνή.

"Σε αισθάνομαι δίπλα μου ακόμα,σε κάθε γωνία αυτού του μίζερου σπιτιού κρύβεσαι εσυ ,πίσω απο το κάθε τι,πίσω απο εμένα.Το πρωί παρατηρώ τις ηλιαχτίδες να μπαίνουν απο το μεγάλο παράθυρο του γραφείου σου και να σχηματίζουν την σιλουέτα σου,την σκιά σου.Την νύχτα καμιά φορά νομίζω οτι σε ακούω να μου παίζεις πιάνο και την μέρα πιστεύω οτι αν απλώσω το χέρι μου θα αγγίξω το δικό σου.Όταν κοιτάζω τα αστερία νομίζω οτι σχηματίζουν την μορφή σου να μου χαμογελάει και τότε είναι όλα όπως πρώτα.Είναι και δεν είναι.Είσαι και δεν είσαι εσύ.Κάλυψα με υφάσματα όλους τους καθρέφτες αυτού του παλιού σπιτιού,δεν θέλω πια να βλέπω το είδωλό μου,δεν θέλω να κοιτάζομαι στον καθρέφτη και να βλέπω ένα κενό απεριόριστο.Χωρίς εσένα δεν έχει πια σημασία.Σε θέλω δίπλα μου,θέλω να φωνάξω και να με ακούσεις,να πέσω και να με σηκώσεις,να κλάψω και να με παρηγορήσεις,να γελάσω και εσύ να χαρείς"

Γέλασε ειρωνικά.

"Βαρέθηκα να ανοίγομε σε μια κορνίζα.Θα σου πω μια τελευταία καληνύχτα μήπως και με ακούσεις."

"Όνειρα γλυκά ατίθασε άγγελε,να προσέχεις όπου και αν ταξιδεύεις" 
                                                                                                                                              


                                                                                                                                                                 Μ

Κυριακή

οδός Χριστουγέννων



Αγαπητέ κύριε χιονάνθρωπε,

   Πρέπει να πάνε εφτά χρονιά,ίσως και παραπάνω,δεν ξέρω,δεν θυμάμαι,απο την τελευταία φορά που σου έστειλα κάποιο γραμμα.

 Είσαι καλά;Άλλαξες καθόλου;Έχω να μάθω νέα απο εσένα πολύ καιρό,μην μου κρατάς όμως κακία που δεν σου έστειλα πιο πριν,κράτα σε εκείνους που μου έλεγαν πως μεγάλωσα και πως πρέπει να προχωρήσω.
 Έχεις τόσο καιρό να με επισκεφτείς που έχω ξεχάσει πολλά απο εσένα,το ξέρεις οτι πάντα είσαι ευπρόσδεκτος για τσάι.Φτιάχνω πολύ καλύτερο τσάι απο οτι θυμάσαι,αλλά αυτό ίσως να το διαπιστώσεις μόνος σου.

Όσο για μένα άλλαξα αρκετά,εξωτερικά και εσωτερικά αλλά πάντα θα μαι με κάποιον τρόπο το ίδιο οκτάχρονο κοριτσάκι που θυμάσαι και αγαπάς απο εκείνους τους παλιούς όμορφους καιρούς.
Ακόμα φτιάχνω χριστουγεννιάτικες κάρτες και ακόμα σε σχεδιάζω στο πίσω μέρος τους.Σου έχω όμως κάποια άσχημα νεα...
Ναι,τελικά έγινε αυτό που φοβόμασταν,ο κόσμος πλέον δεν στέλνει χριστουγεννιάτικες κάρτες,τις θεωρεί ασήμαντες,χάσιμο χρόνου.Ουσιαστικά δεν στέλνει καθόλου κάρτες,οχι μόνο χριστουγεννιάτικες,και αυτό το συνειδητοποίησα πιο πολύ φέτος οπού έλαβα μόνο μια.Ξέρεις πόσο χαρά μου δίνουν οι ευχές στις χριστουγεννιάτικες κάρτες...

 Για να ξέρεις εμείς εδώ τώρα έχουμε παραμονές Χριστουγέννων,ναι η αγαπημένη μας γιορτή αν θυμάσαι καλά κύριε χιονάνθρωπε,και δυστυχώς ο κόσμος παραμένει όπως τον άφησες,όσο αποχαυνωμένος ήταν ,ίσως να ναι και λίγο περισσότερο αυτήν την φορά.
 Φέτος που λες αγαπημένε μου έχουμε τις πιο νεκρές παραμονές Χριστουγέννων που ζήσαμε ποτέ.Έχουν συμβεί πολλά άσχημα πράγματα και οι άνθρωποι δεν έχουν όρεξη για Χριστούγεννα,το βλέπουν μόνο σαν ένα μεγάλο έξοδο πιστεύοντας στην επιφανειακή ιδέα αυτής της μαγιάς που ξέρω εγώ και εσύ πως να ζούμε.

 Που λες Χριστούγεννα πια δεν είναι να πεις ευχές δυνατές στον άλλον και να τις εννοείς.Χριστούγεννα λέει ο κόσμος έμμεσα είναι να στολίσεις με τα πιο ακριβά στολίδια το δεντρό σου.Να βλέπεις το δεντρό και χάνεις το δάσος.Χριστούγεννα πια δεν είναι να δώσεις οτι μπορείς σε εκείνους που το έχουν ανάγκη αλλά είναι να πάρεις οτι μπορείς για να σώσεις τον εαυτό σου.Χριστούγεννα που λες πλέον δεν είναι η αγάπη,δεν είναι τίποτα,είναι απλά μια μέρα αργίας.
Όσο αφορά την ευγένεια αυτές τις μέρες είναι ενα άλλο θέμα.Υπήρχε λίγο κάποτε,δεν λέω άλλα τώρα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

 Εμείς όμως θα συνεχίσουμε να τραγουδάμε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια,θα μαστέ καθισμένοι στο χαλί μπροστά απο το τζάκι,θα συνεχίσουμε να στέλνουμε χριστουγεννιάτικες κάρτες,θα συνεχίσουμε να δίνουμε,θα συνεχίσουμε να εννοούμε τις ευχές που θα λέμε και θα προσφέρουμε σε εκείνους που χρειάζονται γιατί αυτό είναι Χριστούγεννα.
   Ή μάλλον σε περίπτωση που τελικά αποφασίσεις να με επισκεφτείς,άστο το τζάκι καλύτερα,ας ισχύουν όμως όλα τα άλλα.

Θα σου στέλνω συχνά πυκνά να σου λέω τι γίνεται.

Δεν σε ξεχνάω,μην με ξεχάσεις

το οκτάχρονο κοριτσάκι σου....

                                                  Κατερίνα

Σάββατο

Καιρός να ζήσουμε παιδί μου ξημερώνει



Θάψαμε στην άμμο λόγια ειρωνείας σε χαρτιά σαπισμένα
και ποιήματα ξεπλύναμε με θαλασσινό νερό
κάθε ξημέρωμα τα λάθη μας μετρούσα ένα-ένα
και τις σκιές μας διαμέλιζα στο τότε δειλινό



Γάσα σφιχτή νιώθεις πια το πούσι να σε πνίγει
και τα κύματα της ψυχής σου να στοιχειώνει
η σιωπή στην άδεια παραλία λες πως λήγει
και εσύ ψάχνεις για ουρανό που να θαμπώνει.



Λυγίζεις κάποιες παλιές αγάπες σε κάθε ήσυχο σούρουπο
ύστερα τις κάνεις στάχτη και την αφήνεις αμετανόητα ο Όστριας να πάρει
διάφανο έκανε αμέσως το φεγγάρι
και όρκο ατόφιο έδωσε πως θα γυρίσει πίσω .




Υστερική φωνή σου ακούγεται το σφύριγμα της σοροκάδας
και εγώ υποκλίνομαι ανήμπορη στο δυνατό φως των ματιών σου
το φως σου για μένα το πιο αληθινό του κόσμου
γιατί παίρνει την μορφή του βασιλιά της αγριάδας.



"Καιρός να ζήσουμε παιδί μου ξημερώνει"



Πέμπτη

"H λιποταξία της Χιονάτης"



Αν μπορείς περίμενέ με,ξύπνησες και όμως ο ήλιος δεν ανέτειλε ακόμη

Φυσάει,φυσάει πολύ.
Θα αφήσω την σπίθα του κεριού που τρεμοπαίζει μπροστά στα μάτια μας να μου πει παραμυθία για κάστρα κριμένα πίσω απο μαγεμένους λέει τοίχους και εσυ θα μείνεις πάλι μαζί μου να με κρατήσεις αν ζαλιστώ

 Οι δρόμοι μας είναι έρημοι και παγωμένοι
και εμείς έρμαια,για άλλη μια φόρα θα τους διασχίσουμε αφήνοντας μια κριμένη αισιοδοξία να εννοηθεί πίσω απο την φαινομενικά εκτεταμένη λύση της διαδοχικής απάρνησης που μας υπόδειξε κάποτε ένας κουφός βάτραχος.

 Ίσως να μπορείς να σβήσεις το μονοπάτι του γυρισμού,δεν έχει πια και πολλή σημασία τώρα που η τριανταφυλλιά στον κήπο μας μαράθηκε,δεν κράτησε την υπόσχεσή της τελικά.
Αν έπεφταν αστέρια θα σου έλεγα να σπαταλήσεις τις ευχές μας εις μνήμην κάποιον παλιών επανασυνδέσεων που ζήσαμε τότε,αλλά επειδή ο βασιλιάς τον μυρμηγκιών μου είπε μυστικά οτι δεν θα δούμε αστέρια σήμερα ας πιούμε έστω σε αυτό.
 Η μάλλον οχι,ας πιούμε στην ψεύτρα τριανταφυλλιά μας.

 Και εσυ συνέχισες να τραγουδάς και έδωσες ονόματα στις κόκκινες κουκκίδες του τοίχου χωρίς να αφουγκράζεσαι ιδιαίτερα καμιά τους.

 Δεν δίστασες να σπάσεις τους κρυστάλλινους κύκνους που μου είχες κάνει δώρο ρίχνοντας τους στο πάτωμα,αφήνοντας να ακουστούν τα γνωστά μας πια θροΐσματα την ώρα που πέφτουν κάτω.
Kάθε θρόισμα τους διαφορετική εικόνα στο μυαλό μου κολλημένη. 
  Κρίμα,και με συμβούλευαν συχνά εκείνοι οι κρυστάλλινοι κύκνοι.

  Κάθε κουκκίδα γραμμα στο γραφείο σου έγινε και όμως συνεχίζουν κάποιοι αγέρες να παρασύρουν  την ψυχή σου.